Ο Αντωνάκης (Antonh Hegarty) στα καλύτερα του. Σε συνεργασία με τους Hudson Mohawke & Oneothrix Point Never δημιουργούν όλοι μαζί κάτι μοναδικό. Μια συγκατοίκηση ηλεκτρονικών μελωδιών δωματίου με τραγούδια διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα μοναδικό.
Ο δίσκος μυρίζει Λονδίνο απο μακρυά. Λονδίνο του τώρα, Λονδίνο μάλλον οπως θα θέλουμε να το έχουμε στο μυαλό μας.
Αυθεντικό. Με τη δική του ταυτότητα.
ουτε Ριάνες, ούτε Μπιονσέδες, τίποτα.
Μια καθημερινή, να περπατάς στο δρόμο της πόλης, μουσική στα αυτιά, να παρατηρείς την κίνηση των ατόμων και των αμαξιών.
- Γιατί κάποιος έπρεπε να τον ψηφίσει
- Γιατί δεν γίνεται να μην τον έχει ψηφίσει κανείς. Δεν γίνεται, απαράδεκτο, αποτρόπαιο, που θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας?
- Γιατί ταιριάζει γάντι τώρα που η μέρα είναι μικρή και ενίοτε συννεφιασμένη
- Γιατί το Just want είναι υπέροχο
- Γιατί το Just want έχει υπέροχο videoclip
- Γιατί βγάζει μια τρυφερότητα που δύσκολα συναντάς
- Γιατί τα τραγούδια του είναι ένα προς ένα
- Γιατί στο προηγούμενο άλμπουμ συνεργάστηκε με τον Jon Hopkins
- Γιατί έτσι μας αρέσει.
Στανταράκι ότι οι Preoccupations (Πρώην Viet Cong) θα αλλάξουν πάλι το όνομα τους στον επόμενο δίσκο. Θα το πουν κάτι σε Unisolation ας πούμε.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είναι πάλι δισκάρα.
Ετυχε να βρεθώ το φθινόπωρο στη Νέα Υόρκη, μιας και ήμουν εκεί πέρασα μια βόλτα απο το Rough trade NYC, έπαιζαν και αργότερα οι Mystic Braves (Πολύ καλοί), οπότε άραξα λίγο μέχρι να ξεκινήσει το live, χάζεψα βινύλια, πήρα ένα (Goat), πήρα και ένα βιβλίο, το Please Kill me και ήπια ένα καφέ. Έπαιζε τότε το album των Preoccupation, εκεί το άκουσα για πρώτη φορά, έρωτας με την πρώτη ακρόαση. Το σύνδεσα και με το ταξίδι, οπότε ήρθε κι έδεσε κι έκατσε στη θέση νούμερο 4.
Ποστπανκοφαση, πολύ μπάσο, βαρύτονα φωνητικά, γκριζοσκοτεινή ατμόσφαιρα και πολλά άλλα που αγαπάμε.
Σε ευχαριστούμε κύριε Bowie,
Σε ευχαριστούμε για τις χαρές που μας έδωσες, για την έμπνευση σε χιλιάδες άτομα, που έδειξες το δρόμο, πως πρέπει να γίνεται, το δικό σου My way.
Σε ευχαριστούμε και για το τελευταίο δίσκο.
Μια αρκετά βροχερή νύχτα του φθινοπώρου με βρήκε εμένα και το έτερονο μου ήμισυ να ψάχνουμε για ταξί έξω απο το σινεμά της Ακαδημίας, μόλις είχε τελειώσει ένα ντοκιμανταίρ για τη Sarah Records που δεν έχει καμία σημασία για τη σημερινή μας ιστορία. Σημασία είχε ότι έβρεχε πολύ, για καλή μας τύχη πέρασε ένα ταξί και μας πήρε, απο αυτά τα ταξί που λες, ωχ που θα πέσω πάλι, τι θα ακούσω πάλι. Αυτό που ακούσαμε ήταν τη φωνή ενός ευγενέστατου κυρίου που άκουγε CD, ψιλοκατάλαβα ότι ήταν ο Bret Andersson, αλλά λέω, αποκλείεται δεν παίζει, δεν γίνεται να ακούμε Suede. Η κούρσα ήταν πολύ ευχάριστη, η βροχή σταμάτησε και καθώς ετοιμαζόμασταν να βγούμε απο το ταξί έκανα το λάθος να ρωτήσω ποιο είναι το συγκρότημα, και αυτό που έλαβα ήταν ένα παγερό βλέμμα απορίας και μια απόγνωση που δεν ήξερα τα αυτόνόητα, η απάντηση ήταν "Suede βεβαια!". Συνέχισε μια μικρή ανάλυση για ποιο λόγο είναι η καλύτερη Brit Pop Μπάντα και η συζήτηση έκλεισε εκεί. Ο καλυτερότερος οδηγός ταξί που υπήρξε ποτέ.
Ε μετά ήρθε και ο τελευταίος δίσκος των Suede και έδεσε το γλυκό. Ποιος θα το περίμενε ότι θα έβγαζαν ένα τέτοιο αριστούργημα. Και το εξώφυλλο? Άλλο έπος. Το αγόρασα σε βινύλιο και το καμαρώνω. Κλείνω τους υπολογιστές και τα ταμπλετς, βάζω το δίσκο και ανοίγω ένα βιβλίο. Επιστροφή στις ρίζες.
Οι Savages έχουν έρθει για να μείνουν. Ο κόσμος αλλάζει, τα γεγονότα γίνονται όλο και πιο σκληρά, οι καμπύλες, τα γλυκανάλατα εξαφανίζονται, όλα αποκτούν μία ταυτότητα. Και αυτή τη ταυτότητα μπορεί να δείξει η Punk & Post Punk σκηνή. Πράγματα για το είναι και όχι για το φαίνεσθαι. Τι γράφω τώρα, στην εποχή των social media και του έλα να βγάλουμε μια selfie.