Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Μικρές ιστορίες μια μικρής πόλης γεμάτη απο μεγάλους ανθρώπους

Η αλήθεια είναι ότι απεχθάνομαι το ακορντεόν. Έχει συνδεθεί με τους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που παίζουν ξανά και ξανά μια συγκεκριμένη μελωδία, ένας σταθερά επαναλαμβανόμενος εφιάλτης κάθε Σαββατο καθώς κοιμάσαι να το ακούς να έρχεται σιγά σιγά προς το μέρος σου και να σκέφτεσαι απο μέσα σου, όχι πάλι...

Αλλά δεν ανήκουν όλοι οι οργανοπαίχτες σε αυτή την κατηγορία. Καθώς διέσχιζα μια μέρα την Πλάκα ώστε να βγω στο Μοναστηράκι, στη γωνία Κόδρου και Κυδαθηναίνων συνάντησα ένα ηλικιωμένο κύριο με την καρέκλα του και το ακορντεόν του, όποτε περνάω είναι εκεί , παίζει με το ακορντεόν του και τραγουδάει εύθυμος παλιά τραγούδια των δικών του νιάτων. Άφησα κάποια λεφτά και πιάσαμε λίγο την κουβέντα , να κάνει κι αυτός ένα μικρό διάλειμμα, μιλάγαμε για τη θάλασσα , πόσο καλά κολυμπούσε όταν ήταν στην ηλικία μου και για τους στεριανούς αέρηδες που είναι πιο δυνατοί απο εκείνους του πελάγου, και η εξιστόρηση του είχε εκείνον τον παλιό αέρα του λιμανιού και της παλιάς Αθήνας.

Old man with Accordion

Και όπως μιλάγαμε μου λέει άκου αυτό το τραγούδι του Μαρούδα. Μιλάει για έναν καραβοκύρη που δεν ήξερε κολύμπι και χάθηκε ένα βράδυ στη θάλασσα ανοιχτά των Σπετσών.

 Κάποιας όμορφης κοπέλας το αγόρι το ξανθό
 της το πήρε ένα βράδυ η φουρτούνα στο βυθό
 Και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά
 αδειανή δίχως τιμόνι από τα βαθειά νερά 

 Με σβησμένο πυροφάνι κάποια νύχτα σκοτεινή
 μπήκε μέσα στο λιμάνι η βαρκούλα η ορφανή 
 Κι οι ελπίδες πνίγηκαν όλες μέσα στα βαθειά νερά
 και η βάρκα γύρισε μόνη δίχως μέσα τον ψαρά

 Από τότε κάθε βράδυ στο μουράγιο το μικρό
 η κοπέλα τραγουδάει με παράπονο πικρό
 Και η βάρκα γύρισε μόνη...

(Κάνοντας μια μικρή ανασκαφη στο διαδίκτυο, υπάρχει μια διαφορετική ιστορία για το τραγούδι, ότι Γράφτηκε για τον Άγγελο Μεϊδάνη, θρύλο του θαλασσινού κόσμου στις ελεύθερες καταδύσεις και συνιδρυτή του Ν.Ο. Βουλιαγμένης και αφιερώθηκε από τον Τώνη Μαρούδα στη σύζυγό του. Ο καπετάν Άγγελος, χάθηκε στα βαθιά νερά του Πόρτο Γερμενό στις 22 Οκτωβρίου 1957. Η θάλασσα τον ήθελε κοντά της...)

Τον ευχαρίστησα για την παρέα και έφυγα βαζοντας μια υπενθύμιση στον εαυτό μου να περνάω απο εκει να λέω μια καλημέρα.
Οι μικρές αυτές απρόσμενες συζητήσεις και συναντήσεις είναι που σου δίνουν κουράγιο για να συνεχίσεις με δύναμη και όρμη αυτό που έχεις επιλέξει να κάνει. Χαμένοι όλοι μας στις σκοτούρες, δεν βλέπουμε τον διπλανό μας, κλεινόμαστε ολοένα όλο και περισσότερο. Αλλά η λύση είναι εύκολη. κάνε ένα βήμα πίσω, πάρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε γύρω σου.Θα βρεις πολλά καλά.