Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Το λουλουδάκι και η μελισσούλα


Στης Άνοιξης την εποχή, τότε που ανθίζει ολάκερη η Γη, άνθισε και ένα λουλουδάκι μαζί με τα άλλα. Καρτερούσε να ξεπεταχτεί από το γκρίζο χώμα, να αγγίξει ο ήλιος τα όμορφα πέταλα του, να νιώσει το γλυκό αεράκι, να συναντήσει διάφορα ζωύφια να κάνει φίλους πολλούς.
Κάθε μέρα ξύπναγε άνοιγε τα πέταλα του όπως όλα τα γύρω λουλουδάκια λιαζόταν χαρούμενο, λάτρευε τον Ήλιο ήθελε κάποια μέρα να γινόταν τόσο ψηλό ώστε να έφτανε μέχρι εκεί απάνω. Περίμενε επίσης τα εντομάκια να το επισκεφτούν, να τους χαρίσει λίγο απο την γύρη του, να τα κάνει χαρούμενα και αυτά με την σειρά τους να του κάνουν λίγη παρέα, στο μοναχικό του ταξίδι προς τον ήλιο. Έρχονταν εντομάκια, μα δεν τα πήγαινε καλά μαζί τους, δεν ήθελαν πολλά πολλά με δαύτο, μονάχα να επωφεληθούν από την γύρη του και μετά να φύγουν, σχέσεις ρηχές.
Στενοχωριόταν συνεχώς, μα δεν το έβαζε κάτω, έτσι είναι η ζωή σκεφτόταν, και συγκεντρωνόταν στο όνειρό του να αγγίξει τον ήλιο. Ερχόταν και ένας κύριος στο λιβάδι, ξαπόσταινε λιγάκι διαβάζοντας αγαπημένα βιβλία, έκλεβε ματιές και το λουλουδάκι και πέρναγε τις ημέρες του σε ταξίδια φανταστικά, γραμμένα σε χαρτί απο αυτά τα περίεργα όντα τους ανθρώπους.
Μια μέρα εμφανίστηκε μια μελισσούλα, διαφορετική από τα άλλα έντομα, χαρωπή , αγαπούσε την ζωή και ιδιαίτερα την άνοιξη. Ντροπαλά και τα δύο, άργησαν να συστηθούν, μα με το που έγινε αυτό δεν σταμάτησαν να μιλάνε μεταξύ τους. Του είπε ότι έρχεται απο κάπου μακρυά πίσω απο τον λόφο, την έφερε εδώ ένα περίεργο άρωμα και χάρηκε που συνάντησε το λουλουδάκι. Ανανέωσαν το επόμενο ραντεβού για την επόμενη ημέρα, και για τις επόμενες και για τις επόμενες. Το λουλουδάκι επιτέλους χαρωπό, άνοιγε τα πέταλα του νωρίς νωρίς το πρωί, πριν καλά καλά φωτίσει καρτερώντας της φίλη του την μελισσούλα. Ερχόταν και αυτή συνομιλούσαν για τα όνειρα τους, τις σκέψεις τους τους προβληματισμούς τους. Το λουλουδάκι τις περιέγραφε το όνειρο του, να αγγίξει τον ήλιο και πως θα κατάφερνε αυτό.
"Έχω ένα σχέδιο της έλεγε"
-Θα φτάσω ψηλά στον ουρανό, και εκεί πάνω κάπου διάβασα ότι περνά το άρμα του ήλιου με οδηγό τον Φαέθωντα, ε τότε μεμιάς θα αποκολληθώ απο την γή, θα πηδήξω στο άρμα και θα με μεταφέρει να συναντήσω τον Ήλιο!
Χαμογελούσε η μελισσούλα γνωρίζοντας ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει αλλά δεν του το έλεγε μη θέλοντας να το στενοχωρήσει και γεμάτη ενθουσιασμό του εξιστορούσε γεγονότα απο τα μεγάλα της ταξίδια, τα όμορφα λιβάδια, τα ποτάμια και τα πευκοδάση. Όταν ερχόταν και ο άνθρωπος και ξαπόσταινε να διαβάσει κάποιο βιβλίο, σιγούσαν και διάβαζαν μαζί του τις σελίδες και όταν έφευγε συζητούσαν για αυτά που είχαν διαβάσει, για τα θέματα τα προαιώνια και τα μελλοντικά.
Ερχόταν ανελλιπώς η μελισσούλα και το λουλουδάκι επιτέλους ήταν πολύ χαρούμενο, ένιωθε ότι μεγάλωνε πιο γρήγορα και σύντομα θα είχε φτάσει μέχρι τον ήλιο. Τον τελευταίο όμως καιρό η μελισσούλα ήταν θλιμμένη, κουραζόταν πολύ από το μεγάλο ταξίδι να συναντήσει τον καλό της φίλο, αυτός την αγκάλιαζε με τα πέταλα του και την ευχαριστούσε που του έκανε παρέα.

Μια μέρα όμως δεν ήρθε, κάτι θα της έτυχε σκέφτηκε. Περίμενε με ανυπομονησία το επόμενο πρωινό να εμφανιστεί μα ούτε και αυτό εμφανίστηκε Το λουλουδάκι δεν κοιμόταν τα βράδια, για ημέρες δεν έκλεινε τα πέταλα του, περιμένοντας με ανυπομονησία την αγαπημένη του παρέα. Δεν ήρθε ποτέ ξανά όμως, σκέφτηκε το λουλουδάκι ότι ίσως κουράστηκε από το μεγάλο ταξίδι, θα υπήρχαν και άλλα λουλουδάκια κοντά στην φωλιά της που θα έκανε εξίσου καλή παρέα, θα ζύγωναν και περισσότεροι άνθρωποι με βιβλία και θα διάβαζαν τις ιστορίες με τα ταξίδια τα νοερά. Απογοητευμένο παράτησε το μεγάλο του όνειρο να αγίξει τον ήλιο, έκλεισε τα πέταλα του, δεν τα ξανάνοιξε ποτέ όσο και να το παρακαλούσαν τα άλλα έντομα. Άφησε μονάχα ένα πέταλο, να το πάρει ο αγέρας, να το στείλει πέρα από τον λόφο. Και σιγά σιγά μαράθηκε και απόθανε... Τι χαζό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: